διαφόρησις

διαφόρ-ησις, εως, ,
A plundering, stealing,

προβάτων PTeb.72.239

(ii B.C.): pl., Plu. Cor.9, Cic.14.
II evaporation, dissipation, Sor.1.22, Olymp.in Mete.145.14; perspiration, Cic.Fam.16.18.1;

δ. τῶν ἱδρώτων Plu.

Fr. inc.149.
2 dispersion, discussion, Gal.10.919.
3 exhaustion, Cael.Aur.CP1.15,al.
III dubitation, perplexity, Plu.2.389a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαφόρησις — plundering fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορήσει — διαφόρησις plundering fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαφορήσεϊ , διαφόρησις plundering fem dat sg (epic) διαφόρησις plundering fem dat sg (attic ionic) διαφορέω spread abroad aor subj act 3rd sg (epic) διαφορέω spread abroad fut ind mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορήσεις — διαφόρησις plundering fem nom/voc pl (attic epic) διαφόρησις plundering fem nom/acc pl (attic) διαφορέω spread abroad aor subj act 2nd sg (epic) διαφορέω spread abroad fut ind act 2nd sg διαφορέω spread abroad aor subj act 2nd sg (epic) διαφορέω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορήσεσι — διαφόρησις plundering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφόρησιν — διαφόρησις plundering fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • diaforesis — (Del gr. diaphoresis, sudoración.) ► sustantivo femenino MEDICINA Sudor abundante y copioso. IRREG. plural diaforesis * * * diaforesis (del lat. «diaphorēsis», del gr. «diaphórēsis», evacuación de humores) f. Med. *sudor. * * * diaforesis. (Del… …   Enciclopedia Universal

  • αδιαφόρηση — η παλαιός ιατρικός όρος που δήλωνε έλλειψη διαπνοής, βλάβη ή αναστολή τής εφιδρώσεως. [ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < α στερητ. + διαφόρησις*, πρβλ. γαλλ. adiaphorese] …   Dictionary of Greek

  • διαφόρηση — η (Α διαφόρησις) 1. διασπορά, σκόρπισμα 2. άφθονη εφίδρωση αρχ. 1. αρπαγή, κλέψιμο 2. εξάτμιση, διάλυση 3. εξάντληση 4. αμφιβολία, ενδοιασμός, αμηχανία …   Dictionary of Greek

  • διαφορήσεων — διαφορήσεω̆ν , διαφόρησις plundering fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορήσεως — διαφορήσεω̆ς , διαφόρησις plundering fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορήσῃ — διαφορήσηι , διαφόρησις plundering fem dat sg (epic) διαφορέω spread abroad aor subj mid 2nd sg διαφορέω spread abroad aor subj act 3rd sg διαφορέω spread abroad fut ind mid 2nd sg διαφορέω spread abroad aor subj mid 2nd sg διαφορέω spread abroad …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.